Τετάρτη, 31 Αυγούστου 2011

Τους μισώ...



70.000 στρέμματα... τουλάχιστον…
...στάχτη, κάρβουνα, θάνατος και ασχήμια.
  Βγήκα βόλτα στο βουνό σήμερα. Πήγα να βρω το σύδεντρο όπου πριν από ένα μήνα καθόμουν, μεσημέρι, φορώντας ζακέτα, κάτω από τις βελανιδιές, παρέα με το γιο μου κι ακούγαμε τις φωλιασμένες φάσες να γουργουρίζουν.
  Πήγα προετοιμασμένος, έτσι νόμιζα τουλάχιστον, γι αυτό που θ'αντίκρυζα. Έτσι όπως πάει κανείς στην κηδεία κάποιου πολυαγαπημένου προσώπου. Ξέροντας τι θα δω, αποφασισμένος να το αντέξω...
  Λάθεψα... δεν αντέχεται τόσο μαύρο, δεν υποφέρεται τόση σιωπή. Το μόνο δείγμα ζωής κάποια χορτασμένα αρπακτικά που πετούν, σιωπηλά κι αυτά. σαστισμένα, γράφοντας άσκοπους κύκλους στον αέρα που βρωμάει καπνιά.
Δεν κυνηγούν, δεν χρειάζεται να κυνηγήσουν, υπάρχει άφθονη και εύκολη τροφή...
Δεν κυνηγούν. Μα πετούν  ασταμάτητα,  μάλλον γιατί δεν έχουν που να κάτσουν.
Σ’ένα τόπο που βούιζε από ζωή, πετούν πλέον μόνο γεράκια. Κι ένα ελικόπτερο. Πετάει κορφή – κορφή, ελέγχοντας μήπως κάποια απ’τις πολλές στήλες καπνού που υψώνονται στον ουρανό,  θαρρείς και προσπαθούν να τον μαυρίσουν κι αυτόν, ανενόχλητες αφού δεν φυσάει καθόλου σήμερα, μετατραπεί σε μια καινούργια φωτιά.
Άσκοπη ταλαιπωρία. τσάμπα κόπος. Πώς να ξεκινήσει μια καινούργια φωτιά; Τι να κάψει;  Δεν έχει μείνει τίποτα άκαυτο…
   Η ατμόσφαιρα είναι αποπνικτική, ο αέρας μυρίζει καπνιά, κάτι σαν καρβουνοκάμινο, κόβεται η ανάσα, δακρύζουν τα μάτια. Μα δεν δακρύζουν μόνο απ’τον καπνό…

   Τα βουνά της Λευκίμης τα περπάτησα από τότε που ήμουν παιδί. Και αξιώθηκα και τα περπάτησα παρέα με τα παιδιά μου… τα εγγόνια μου δεν πρόλαβα να τα πάω, είναι μικρά ακόμα. Κι ούτε θ’ αξιωθώ…
   Στην κιτρινόπετρα, στον καλέ, στο βαθύρεμμα περπάτησα, άλλοτε μ’ένα τουφέκι κυνηγώντας άλλοτε κρατώντας ένα ραβδί και γεμίζοντας τα πνευμόνια μου καθαρό αέρα, την ψυχή όμορφες εικόνες. Μάζεψα χόρτα κι έκοψα βότανα. Έφαγα άγριους καρπούς, πήγα τους μουσαφιρέους μου να δουν τον τόπο, διασκέδασα με τον τρόπο που χάνανε τη μιλιά τους μπροστά στην απερίγραπτη κι επιβλητική ομορφιά του.
Τά’ζησα Άνοιξη να πρασινίζουν και να μοσχοβολούν, φθινόπωρο ντυμένα με όλες τις αποχρώσεις του κίτρινου του κόκκινου και του καφέ, να ρίχνουν τα φύλλα τους περιμένοντας το χειμώνα.
 Ήρθα καλοκαίρι, ψάχνοντας δροσιά όταν ο κάμπος έβραζε. Τα περπάτησα γλιστερά και λασπωμένα μέσ’την ομίχλη ή μετά τη βροχή. Τα είδα άσπρα, κάτασπρα, παραδεισένια, σκεπασμένα  απ’το χιόνι…

   Μαύρο και γκρί. Ερήμωση και καταστροφή. Λίγα γεράκια, ένα ελικόπτερο, μια μηχανή αφημένη καταμεσής στο μαυρισμένου δρόμο, που το πορτοκαλί της χρώμα μοιάζει με βρισιά στο οδυνηρά σκούρο φόντο κι ένας απότομα γερασμένος άνθρωπος που περπατά, σηκώνοντας καρβουνόσκονη στο διάβα του…
Άφησα τη μηχανή και περπάτησα προς το αγαπημένο σύδεντρο. Βήμα βαρύ, κουρασμένο, έτσι πως περπατάει κανείς πίσω απ’την κάσα του αγαπημένου φίλου που έφυγε άδικα, απρόσμενα, πρόωρα. Κάρβουνο. Μόνο κάρβουνο. Όλα κάρβουνο. Όπου ακουμπήσω μαυρίζω. Τα πόδια μου είναι μαύρα μέχρι το γόνατο. Τα χέρια μου είναι μαύρα μέχρι τον ώμο. Τα ρούχα μου, το πρόσωπό μου, τα δάκρυα είναι μαύρα…
Η ψυχή μου είναι κατάμαυρη. Σας μισώ! Εσάς εκεί, πάνω απ τους χάρτες, σας μισώ!

   Η φωτιά ξεκίνησε από ένα παλιοτράχτερο, που κινούταν μέσα στο δάσος ξερνώντας πυρωμένες καπνιές απ’την εξάτμισή του. Κάποιος αμόρφωτος αγρότης, επικίνδυνα αθώος μέσα στην άγνοιά του, ξεκίνησε το κακό.
   Η φωτιά επεκτάθηκε γρήγορα, με την βοήθεια των επτά μποφόρ που φυσούσαν την καταραμένη εκείνη μέρα. Τα αεροπλάνα ήρθαν κι άρχισαν να την πολεμούν. Γι’άλλη μια φορά οι πιλότοι τους –ήρωες ή παράφρονες, δεν μπορώ να κατασταλάξω- χώθηκαν με τα μούτρα στη μάχη, ρίχτηκαν με αυταπάρνηση μέσα στους καπνούς και τις φλόγες, κινδύνεψαν, ρισκάρισαν τη ζωή τους. Οι επίγειες δυνάμεις το ίδιο. Μέρα και νύχτα πολέμησαν με αυτοθυσία, ακούραστα κι αγόγγυστα, έναν πόλεμο που ξέρανε από πριν πως τον έχουν χάσει. Άνθρωποι μαυρισμένοι, τραυματισμένοι, εξαντλημένοι, μα αποφασισμένοι να τα δώσουν όλα. Και κάθε φορά που έφτανε το αεροπλάνο, σε κάθε καινούργια ρίψη, ένας στεναγμός ανακούφισης. «κάνουν δουλειά τα άτιμα», «άιντε παληκάρια, γερά να το σώσουμε». Κάθε ρίψη και μια μικρή νίκη, μια βαθιά ανάσα, μια ελπίδα. Κάθε ρίψη μια ένεση δύναμης, ελπίδας κι αντοχής. «Άιντε παιδιά»…
Κακοπληρωμένοι πυροσβέστες και δασικοί υπάλληλοι. Απλήρωτοι εθελοντές και ήρωες πιλότοι…
Ένας αμόρφωτος ίσως κι ανόητος αγρότης στο κρατητήριο… γιατί κανείς ποτέ δεν τον κάθισε σ’ένα θρανίο, να του μάθει πώς να κινείται με το σαράβαλό του στο δάσος. Γιατί κανείς δεν τον υποχρέωσε ποτέ να βάλει ένα πλέγμα στην εξάτμιση του τρακτέρ.
   Και οι μορφωμένοι και καλοπληρωμένοι άχρηστοι, (ναι αυτοί με τους μισθούς και τα επιδόματα των πολλών χιλιάδων ευρώ) «συντονίζουν» τις επιχειρήσεις από τη σκιά. Στρατηγοί της σκιάς, ανάξιοι του στρατού σας που δίνει –χωρίς αποτέλεσμα, χάρη στα δικά σας λάθη- τη μάχη σώμα με σώμα…
Σας μισώ. Δεν ξέρω ποιος φταίει μα θέλω να το μάθω και μέχρι τότε θα σας μισώ όλους όσους πήρατε μέρος στον «συντονισμό».
Θέλω να βγει κάποιος και να μου πει γιατί τα πυροσβεστικά αεροσκάφη πηγαίνανε για ανεφοδιασμό στην Καβάλα.
Η φωτιά ήταν στη Λευκίμη. Το αεροδρόμιο της Αλεξανδρούπολης είναι δίπλα. Οι πιλότοι των αεροσκαφών περνούσαν από πάνω του για να πάνε στην Καβάλα, καταπονώντας τους εαυτούς τους και τα’αεροπλάνα, χάνοντας πολύτιμο χρόνο και καίγοντας άσκοπα καύσιμα, σ’ένα ηλίθιο σούρτα – φέρτα, κάνοντας λιγότερες ρίψεις απ΄όσες θα μπορούσαν να κάνουν.
Χάνοντας πολύτιμο επιχειρησιακό χρόνο, αφού μετά από κάθε 50 ώρες πτήσης τα αεροπλάνα αυτά πρέπει να σταματήσουν γιά τεχνικό έλεγχο και τον μισό χρόνο της εδώ παραμονής τους τον σπατάλησαν στο πήγαιν – έλα…
ΧΑΝΟΝΤΑΣ ΡΙΨΕΙΣ!!!  ΑΦΗΝΟΝΤΑΣ ΧΡΟΝΟ ΣΤΗ ΦΩΤΙΑ ΝΑ ΠΑΡΕΙ ΑΝΑΣΑ!!!
    Δεν με νοιάζει αν έτσι είχε «σχεδιαστεί» επί χάρτου. Δεν με νοιάζει αν έτσι είχε «κανονιστεί». Να τα ξεκανονίζατε και να τα ρυθμίζατε αλλιώς. Σύμφωνα με τις ανάγκες της στιγμής. Έτσι κάνουν οι ηγέτες. Κρίνουν και ενεργούν με βάση τις ανάγκες της στιγμής και όχι προτυπωμένους κανόνες και κανονισμούς.
Μοίρα ή κακοτυχιά, η φωτιά ξεκίνησε. Δουλειά σας ήταν να τη σταματήσετε. Θα είχατε προσφέρει αν γλυτώνατε έστω κι ένα δέντρο. Μα δεν το κάνατε. Αντίθετα, καθυστερήσατε κι αυτούς που θα μπορούσαν να το κάνουν. Μειώσατε την αποτελεσματικότητά τους. Στη δική μου συνείδηση είστε εγκληματίες.
Αν βάζατε έναν δωδεκάχρονο να κανονίσει τον ανεφοδιασμό, θα είχε το μυαλό να βάλει τα βυτία να κουβαλούν ολονυχτίς καύσιμα στην Αλεξανδρούπολη, να γίνεται εκεί ο ανεφοδιασμός, να είναι πιο ξεκούραστα τα’αεροπλάνα και το προσωπικό τους. Να γίνουν περισσότερες και πιο πυκνές οι ρίψεις. Να είναι 69.999 στρέμματα τα καμένα, αντί 70.000.

   Άχρηστε, ανεπαρκή, ευθυνόφοβε χαρτογιακά, που κρύβεσαι πίσω απ’τα προαποφασισμένα, φοβούμενος τις δικές σου αποφάσεις, άβουλε κι ανεύθυνε, μικρέ και λίγε ανθρωπάκο, θα σε βρω κι ας είναι το τελευταίο πράμα που θα κάνω στη ζωή μου. Όσο ψηλά κι αν είσαι, όσο καλά κι αν σε προστατεύουν θα σε βρω.
Και θα σε φτύσω κατάμουτρα. Και θα πάω να πω στους γονιούς σου, που πανηγυρίσανε όταν πήρες το αξίωμα, τη θέση, το μισθό, πως ο γιός τους είναι εγκληματίας.
Και θα πάω να βρω τα παιδιά σου, να τους δείξω φωτογραφίες του τόπου πριν και μετά τη φωτιά.
Και θα σε σύρω στα δικαστήρια. Εγώ ο μικρός, ο τίποτας, θα κάνω ότι περνάει απ’ το χέρι μου για να τιμωρηθείς. Γιατί οι οργανωμένοι, οι μεγάλοι οι πολλοί, οι δήθεν οικολόγοι και προστάτες του περιβάλλοντος θα είναι πολύ απασχολημένοι στο να απαιτούν απ’ τον τοπικό δασάρχη να απαγορευτεί το κυνήγι σε όσο γίνεται μεγαλύτερη έκταση γύρω απ’τα καμμένα, αφήνοντας εσένα, τον ένοχο, να ξεφύγεις.

   Θα κάνω το παν να μην ξεχαστείς, να τιμωρηθείς όπως σου αξίζει. Γιατί την ώρα που εσύ θα χτενίζεσαι πριν βγεις στις κάμερες να πεις πόσο δύσκολη υπήρξε η επιχείρηση και πόσο καλά λειτούργησαν όλα, κάποιοι ανώνυμοι θα κλαίνε ανάμεσα στ’αποκαΐδια του τόπου τους και του χαμένου παράδεισου της ψυχής τους…

Γιώργος Κ. Αποστολόπουλος